21 Δεκ 2006

Ο Γιάννης - Κώστας

«Πάνω στην ώρα» σκέφτηκε μόλις είδε την κλήση με απόκρυψη στο κινητό του. «Ευχαριστώ που με θυμήθηκες και φέτος, να είσαι καλά» είπε στο πρόσωπο που έμενε σιωπηλό στην άλλη άκρη της γραμμής. Έκλεινε τα εβδομήντα και τα τελευταία τριάντα χρόνια είχε πάντα αυτό το τηλεφώνημα στα γενέθλια του. Από την ζωηρή νιότη του, το μόνο που είχε κρατήσει, ήταν αυτό το νούμερο, γι' αυτή την ημέρα. Με τα χρόνια, σχεδόν ανυπομονούσε γι' αυτό το τηλεφώνημα, γι' αυτή την ετήσια «άφεση αμαρτιών», έτσι το έβλεπε, ως άφεση αμαρτιών.
Τις -σχεδόν- νοσταλγικές σκέψεις του διέκοψε η φωνή του γιου του, που τον καλούσε, από το μέσα γραφείο. Εδώ και πέντε χρόνια η διεύθυνση είχε περάσει στα χέρια του γιου του, αλλά πήγαινε κι εκείνος κάθε μέρα στο γραφείο. Δεν είχε κάτι άλλο να κάνει, η δουλειά ήταν η ζωή του. Περνώντας την πόρτα τον περίμεναν δυο κουτιά. Το ένα, από τον γιο του, είχε ένα πολύ κομψό τσιμπούκι για τη συλλογή του και το άλλο κουτί ήταν από τους υπαλλήλους με ένα μάλλινο μαύρο μπερέ. Φόραγε πάντα μαύρο μπερέ.
«Έχει γκριζάρει πια αυτός που φοράτε και σκεφτήκαμε να σας πάρουμε εμείς τον καινούργιο» του είπε ο Γιάννης. Ήταν στο γραφείο περίπου ενάμιση χρόνο και ακόμα δεν τον είχε ψυχολογήσει. Στην ηλικία που ήταν είχε γνωρίσει το μερτικό του από τους ανθρώπους. Περηφανευόταν ότι καταλάβαινε τι κουμάσι ήταν ο καθένας μέσα σε ένα τέταρτο της ώρας και σχεδόν ποτέ δεν έπεφτε έξω. Μα με αυτόν κάτι τον προβλημάτιζε και η σκέψη αυτή όλο του τριβέλιζε το μυαλό, ίσως γιατί την ημέρα που γεννήθηκε, εκείνος έπαθε την πρώτη κρίση.

- Πες μου βρε αγόρι μου, το σόι γονείς είναι αυτοί που ο ένας τον φωνάζει Γιάννη και ο άλλος Κώστα;
- Τσάμπα του έδωσαν τα δυο ονόματα;. Αμάν ρε πατέρα, ενάμιση χρόνο την ίδια συζήτηση έχουμε. Και τι σε νοιάζει εσένα; Στην ώρα του είναι κάθε μέρα, υπερωρίες κάθεται και πολλές φορές χωρίς να τις πληρωθεί, μορφωμένος είναι, καπάτσος στη δουλειά, άνθρωπος εμπιστοσύνης, ευχάριστος τύπος. Γιατί τρώγεσαι με τα ρούχα σου πια;
- Έλα ντε... Καλά, ξέχνα το.

Παράξενο με αυτό το παιδί. Ήταν όντως όλα αυτά που έλεγε ο γιος του και κάτι ακόμα· είχε κάτι το πολύ οικείο πάνω του το οποίο τον έκανε να νιώθει περίεργα μαζί του. Έμοιαζαν πολύ ως χαρακτήρες με το γιο του, γι' αυτό και γρήγορα η σχέση τους ξέφυγε από τη σχέση εργοδότη-εργαζόμενου. Έγιναν καλοί φίλοι. Περνούσαν ατέλειωτες ώρες συζητώντας αλλά και ξεπορτίζοντας από τις γυναίκες τους (ίσως αυτό να τον ενοχλούσε). Όταν ο γιος του ήθελε να τον πειράξει του έλεγε ότι, όταν πεθάνει εκείνος, θα έκανε τον Γιάννη (έτσι είχε διαλέξει να τον λέει) συνέταιρο. Τότε εξαγριωνόταν και του επαναλάμβανε ότι «τα καράβια έχουν έναν καπετάνιο» και ότι «όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει».

- Την Κυριακή του είπαν να έρθει με τη γυναίκα του, να φάμε όλοι μαζί και μετά γήπεδο.
- Ούτε γκόμενο να τον είχες...
- Πατέρα!
- Πλακίτσα σου κάνω ρε.

Ανοίγοντας την πόρτα η νύφη του, άκουσε τις χαρούμενες φωνές από το σαλόνι. Ο Γιάννης-Κώστας ήταν ήδη εκεί με τη γυναίκα και τον ενός χρόνου γιο του. Τα εγγόνια του έτρεξαν κοντά του να τον φιλήσουν και γρήγορα επέστρεψαν στο νέο φίλο τους. Εκείνοι ήταν οι «μεγάλοι» και έπρεπε να τον προσέχουν.
Τον παρατηρούσε, διακριτικά όλη την ημέρα, προσπαθώντας να του βρει ελάττωμα επί ματαίω. Δε μπορούσε να του προσάψει κάτι. Γελαστός αλλά συνάμα σοβαρός, ευγενικός με όλους χωρίς να γίνεται γλοιώδης (όπως ο γαμπρός του), τρυφερός με την οικογένειά του, με σεβασμό για τους γονείς του και όποτε ανέφερε (συχνά ομολογουμένως) τη μητέρα του, τα μάτια του έλαμπαν. Αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση.
Αν τον είχαν γνωρίσει πριν δυο-τρία χρόνια, θα του έκανε άνετα συνοικέσιο με την κόρη του, σκέφτηκε και γέλασε δυνατά. Γύρισαν και τον κοίταξαν όλοι παραξενεμένοι.
«Δουλειά σας» απάντησε περιπαικτικά στα απορημένα πρόσωπά τους και σήκωσε τον γιο του Γιάννη-Κώστα που σκόνταψε δίπλα στην καρέκλα που καθόταν. Ο μικρός τον αγκάλιασε από το λαιμό και του είπε «παππού».

- Άντε, σου 'φέξε και τέταρτο εγγόνι, πατέρα.
- Είναι η πρώτη φορά που το λέει. Μαμά, μπαμπά και γιαγιά έλεγε μόνο. Πλερέζες θα φορέσει ο πατέρα σου, όταν του το πούμε, αγάπη μου είπε η γυναίκα του Γιάννη-Κώστα.

Μετά το χωνευτικό καφεδάκι, οι τρεις άνδρες, άφησαν τα γυναικόπαιδα και πήγαν στο γήπεδο. Ο τέταρτος, ο γαμπρός του, ήταν άλλη ομάδα και δεν είχε όρεξη να πάει στο «άντρο» όπως έλεγε. Γέλασαν, φώναξαν, πείραξαν μια παρέα κοριτσόπουλα που κάθονταν μπροστά τους, το διασκέδασε με την ψυχή του.
Ο οξύς πόνος στην καρδιά τον ξύπνησε στις 3.30 τα ξημερώματα. Πήρε μερικές ανάσες και το χάπι που είχε πάντα στο κομοδίνο του. Το είχε ξαναπάθει πριν 30 χρόνια, τότε που ξεκίνησε το πρόβλημα, αλλά από τότε δεν είχε άλλη κρίση. Δεν πήρε κανέναν τους, δεν ήθελε να τους ανησυχήσει αξημέρωτα. Το πρωί τηλεφώνησε στον γιατρό του, να κλείσει ραντεβού για το απόγευμα και παρά τις φωνές του τελευταίου, πήγε στη δουλειά σαν να μην τρέχει τίποτα.
Ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου βρέθηκε μπροστά σε ένα αλλόκοτο σκηνικό. Η γραμματέας να κλαίει με λυγμούς και τον γιο του να τον κοιτάζει σαν χαμένος. Το βλέμμα του έψαξε τον Γιάννη-Κώστα και πριν προλάβει να ρωτήσει οτιδήποτε, άκουσε τον γιο του να του λέει:

- Ο μικρός αρρώστησε και έψαχνε για φαρμακείο. Βγήκε ένας μεθυσμένος στο αντίθετο ρεύμα... Μετωπική. Πέθανε ακαριαία.
- Τι ώρα έγινε αυτό; Ρώτησε με φωνή που ίσα ακούστηκε.
- Στις τρεισήμισι τα ξημερώματα.

Σωριάστηκε στην πιο κοντινή του καρέκλα, σχεδόν άψυχος. Ένιωσε την ίδια ακριβώς απελπισία που είχε νιώσει όταν πέθανε η γυναίκα του.
Η κίνηση στους δρόμους τους έκανε να αργήσουν στην κηδεία. Έφτασαν στον καφέ.
Την είδε από μακριά και έκανε ένα βήμα πίσω ασυναίσθητα, σαν να του είχε δώσει κάποιος μπουνιά. Ο χρόνος ήταν ευγενικός μαζί της και δεν της άφησε έντονα σημάδια. Το ετήσιο τηλεφώνημα ήταν από εκείνη. Μα φυσικά, δε θα μπορούσε να ήταν από καμία άλλη. Τι ανόητος.
Με τα κατακόκκινα και πρησμένα μάτια της πήγε εκείνη κοντά τους. Αφού τη συλλυπήθηκαν τα παιδιά, τον έπιασε αγκαζέ και τον οδήγησε στον τάφο αμίλητη.

- Χάρηκε πολύ που περάσατε την Κυριακή μαζί. Είχες γίνει το ίνδαλμά του. Σε θαύμαζε. Σε αγαπούσε.
- Ελένη...

Τον σταμάτησε πριν πει κάτι άλλο. Κράτησε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον κοίταξε στα μάτια.

- Γλυκέ μου, Κώστα, δε σου έδωσα το δικαίωμα να χαρείς τη γέννηση του. Κλάψε τουλάχιστον το χαμό του.

Του φίλησε τα χέρια και τον άφησε μόνο του.


Εκείνη μπορεί να του έδωσε άφεση αμαρτιών, η ζωή όμως όχι...


20 Δεκ 2006

Σε θέλω

- Έλα μαζί μου.
- Πού;
- Ταξίδι.
- Που σου ήρθε τώρα αυτό;
- Δεν θες;
- Δεν καταλαβαίνω, τι σε έπιασε ξαφνικά.
- Σε θέλω.

- ...
- Δε θα πεις κάτι;
- Δε ξέρω τι να πω.
- Αυτό δεν ήθελες να ακούσεις πάντα;
- Το ήθελα.

- Δε χαίρεσαι που το είπα;
- Γιατί τώρα;
- Έτσι. Μου βγήκε τώρα.
- Έτσι ξαφνικά;
- Έτσι ξαφνικά. Δεν το ήθελες;
- Δε το περίμενα.
- Σε θέλω.

- Εγώ πάντα σε ήθελα.
- Έλα μαζί μου.
- Είμαι πάντα μαζί σου. Εσύ δεν είσαι ποτέ μαζί μου.
- Δε γινόταν.
- Και τώρα γίνεται;

- Ναι.
- Τι άλλαξε τώρα;
- Εσύ!
- Εγώ; Εξακολουθώ να είμαι αυτό που ήξερες.
- Όχι, δεν είσαι.

- Και τι έγινα λοιπόν;
- Ότι και εγώ!

Τι εφιάλτης κι αυτός... γαμώτο θα αργήσω στη δουλειά...

22 Σεπ 2006

Ο καφές της γιαγιάς

Αυτή την εβδομάδα ταλαιπωρήθηκα με τη γνωστή ίωση που σε κάνει να γίνεις αθλητής μικρών αποστάσεων (ώστε να προλάβεις να πας στην τουαλέτα) ή αλλιώς έχεις αγκαλιά μόνιμα έναν κουβά!
Ακόμα και όταν ήρθα στα ίσα μου η διαδρομή προς και από τη δουλειά ήταν αγώνας για την ψυχραιμία μου και, βασικά, για την ψυχραιμία του στομαχιού μου.
Δε μπορούσα να φάω, δε μπορούσα να καπνίσω, δε μπορούσα να πιώ οτιδήποτε και ειδικά τον λατρεμένο μου φραπέ. Φανταστείτε ένα άτομο που πίνει τέσσερις καφέδες την ημέρα, ξαφνικά με κανέναν. Επειδή δε τα πάω καλά με τα στερητικά σύνδρομα, σκέφτηκα και έκανα το μεγάλο τόλμημα: Ελληνικός!

Ικανοποιεί τη ζήτηση καφεϊνης, δεν ταλαιπωρεί το στομάχι (τουλάχιστον όχι όσο ο νες), έχει το χαβαλέ του μέχρι να γίνει (μη παραβράσει, μη χαλάσει το καϊμάκι κ.λπ.), αναδύει υπέροχες μυρωδιές, αν είσαι τυχερός μπορεί στην παρέα να είναι καμιά (χμμμ) μερακλού να σου πει και το φλιτζάνι και έχει... αναμνήσεις!
Αναμνήσεις με τη γιαγιά.
Το σπίτι μας είναι χτισμένο πάνω από εκείνο της γιαγιάς και επικοινωνούν με μια σιδερένια σκάλα (σαν αυτή που κατεβαίνουν τρέχοντας οι διάφορες Μαρίες στο «Στουρνάρα 288» για να πάρουν τα γράμματά τους από τον ταχυδρόμο) από την μικρή αυλή.
Που με έχανες, που με έβρισκες στο σπίτι της γιαγιάς η Μαρία. Ειδικά όταν με μάλωναν τους απειλούσα ότι «Θα πάρω το μαξιλάρι μου και την ντουλάπα μου(!) και θα πάω να κοιμηθώ στη γιαγιά», πάταγα τα κλάματα, άρπαζα το μαξιλάρι μου (η ντουλάπα όπως είναι κατανοητό έμενε στη θέση της) και βουρ κάτω. Τότε με έπαιρνε αγκαλιά, μου σκούπιζε τα δάκρυα και για να με δελεάσει να σκάσω χαμόγελο με άφηνε να πιω μια γουλιά από τον καφέ της ή να βουτήξω το παξιμάδι της μέσα, για να το φάω.
Τα χειμωνιάτικα απογεύματα καθόταν στην κουνιστή καρέκλα της, δίπλα στη σόμπα, πλέκοντας ή ράβοντας και έπινε και τον ελληνικό της. Καθόμουν κι εγώ στη διπλανή καρέκλα, προσπαθώντας να πλέξω κι εγώ (ποτέ δε τα κατάφερα) αλλά και για να ξεκλέψω μια «γουλίτσα μόνο».
Τις Κυριακές μετά το φαγητό, ερχόντουσαν η αδελφή και κάτι ξαδέλφια της για να παίξουν χαρτιά. Κουμ καν και Θανάσης στη διάταξη η πράσινη τσόχα στρωμένη στην τραπεζαρία και φυσικά καφεδάκι! Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ, ανέβαινε μέχρι επάνω τα καλοκαίρια και τότε κατέβαινα για να ζητιανέψω τη γουλιά μου. Αλλά και για να αποκρυπτογραφήσω επιτέλους τι ήταν αυτά τα «καπέλα», τα «μου κάνει» και τα «αμάν ρε Νότα, το χέρι σου»!
Κάθε φορά μου έλεγε ότι δε κάνει τα μικρά παιδάκια να πίνουν καφέ και όταν μεγαλώσω θα πίνω όσους θέλω και απαντούσα ότι «δε θέλω άλλους καφέδες, θέλω μια γουλιά από το δικό σου που είναι γλυκός σαν εσένα»... Χαλί να την πατήσεις η γιαγιά και η εγγονή έπερνε την τζούρα της.
Η σχέση που είχα με τον ελληνικό καφέ διακόπηκε, στα εννιά μου χρόνια, ξαφνικά όταν εκείνη πέθανε. Από τότε τον συνδύασα με το θάνατό της. Εκείνες τις ημέρες έβλεπα τους καφέδες -«της παρηγοριάς» που έλεγαν- να πηγαινοέρχονται στο σπίτι της, αλλά εκείνη πουθενά.
Έτσι αντιπάθησα τον ελληνικό καφέ, όπως και τον Θεό (που τόσο πίστευε εκείνη) γιατί μου την πήρε και τώρα εγώ που θα πηγαίνω όταν με μαλώνουν, ποια θα με γαργαλάει, ποια θα με νανουρίζει, ποιανής το γάργαρο γέλιο θα ακούω από το κάτω σπίτι; ...
Οι σχέσεις μου με τον καφέ τελικά αποκαταστάθηκαν και κάθε φορά που ετοιμάζω πλέον καφέ είναι σα να την έχω μαζί μου. Η αλήθεια είναι ότι την είχα παραμελήσει μέσα στη δίνη της καθημερινότητάς μου, τα τελευταία χρόνια.
Τον πίνω στα δυο εναπομείναντα κομμάτια του σερβίτσιου της, ένα στο σπίτι και ένα στη δουλειά.


Πάντα μου λείπεις...



Γλυκιά και νοσταλγική η διάθεση, γι' αυτό Judy Garland, Over the rainbow (δεξί κλικ, save as).

10 Σεπ 2006

Μια Κυριακή

Το ακορντεόν από τη μουσική επένδυση του Amelie έπαιζε σιγανά, ο καφές αχνιστός στο κομοδίνο, οι κυριακάτικη εφημερίδες στα πόδια του κρεβατιού και η φωνή του απαλά ψιθύριζε «καλημέρα όμορφή μου».
Η ανάγνωση των εφημερίδων κράτησε περισσότερο από τρεις ώρες λόγω του ότι διακοπτόταν από κάποια ξαφνικά γαργαλητά τα οποία οδηγούσαν σε ασυγκράτητο γέλιο, που με τη σειρά του, μάλλον ενοχλητικό ήταν για τους καημένους γειτόνους που είχαν την ιδέα να πιουν το καφεδάκι τους στο μπαλκόνι.
Η τακτοποίηση του δωματίου έγινε σε λιγότερο από μισή ώρα (τέσσερα χέρια είναι πάντα καλύτερα από δύο).
Μια ωρίτσα αφιερωμένη σε mail και blogs (η συνήθεια που έγινε λατρεία :)).


Μετά από ένα τέταρτο ευφάνταστου διαλόγου του τύπου:
- Πως να κάνουμε το κοτόπουλο;
- Όπως θέλεις.

- Εσένα τι τραβάει η όρεξή σου;
- Δεν έχω πρόβλημα.
- Ούτε εγώ.
- Λέγε.
- Όχι εσύ.

ο καθένας πήρε το δρόμο του. Ο «απροβλημάτιστος» στο pc και η «μαγείρισσα» ετοιμάζοντας λεμονάτο.
Μετά τα «γεια στα χέρια σου», «μπα, εσύ πείναγες πολύ», δεύτερο καφεδάκι και ξάπλα.
Τρεις η ώρα. Η ώρα που αρχίζει τρελό zapping ανάμεσα σε Formula 1 (αχ ρε kimi, α ρε kimi) και στίβο (μόνο ο Γκάτλιν ντοπαριζόταν, ΟΚ; Μην ακούω βλακείες ότι όλοι παίρνουν, έτσι; Χα!).
Βόλτα;

Η Γλυφάδα πάντα στους δικούς της ρυθμούς. Παγωτό χωνάκι στο χέρι και περπάτημα από την εκκλησία μέχρι το κολυμβητήριο σχεδόν (χμμμ ο καιρός γαρ εγγύς για γυμναστική). Οι γνωστοί περιπτεράδες στις θέσεις τους (και με τη συνηθισμένη όρεξη για πάρλα), κάποια μαγαζιά άλλαξαν και στο Cosi -as always- χαμός. Στάση, στην κρεπερί για «ανασύνταξη δυνάμεων» και επιστροφή.
Μπανάκι, μια γρήγορη περατζάδα ξανά σε mail και blogs, Αθλητική Κυριακή και σταφύλι στο κρεβάτι.

Η χαρά κρύβεται(?) στα απλά πράγματα.
Κάτι τέτοιες ημέρες η λέξη «ευτυχία» παίρνει νόημα, σάρκα και οστά.
Κάτι τέτοιες ημέρες τα βάζω με τον εαυτό μου που γκρινιάζει για πράγματα μικρά και ανόητα.
Κάτι τέτοιες ημέρες ευχαριστώ την τύχη μου για τον άνθρωπο που έχω δίπλα μου.
Κάτι τέτοιες ημέρες θυμάμαι αυτά που με έκαναν να σε αγαπήσω. Εκείνη τη βόλτα στο παλιό λιμάνι, δυο ώρες μετά που πρωτοφιληθήκαμε, που σου είπα το «ναι» και έντεκα χρόνια μετά δεν το έχω μετανοιώσει. Να που για μια φορά στη ζωή μου η παρόρμηση της στιγμής δε μου βγήκε σε κακό.

«Καληνύχτα αχινούλη μου»...