22 Σεπ 2006

Ο καφές της γιαγιάς

Αυτή την εβδομάδα ταλαιπωρήθηκα με τη γνωστή ίωση που σε κάνει να γίνεις αθλητής μικρών αποστάσεων (ώστε να προλάβεις να πας στην τουαλέτα) ή αλλιώς έχεις αγκαλιά μόνιμα έναν κουβά!
Ακόμα και όταν ήρθα στα ίσα μου η διαδρομή προς και από τη δουλειά ήταν αγώνας για την ψυχραιμία μου και, βασικά, για την ψυχραιμία του στομαχιού μου.
Δε μπορούσα να φάω, δε μπορούσα να καπνίσω, δε μπορούσα να πιώ οτιδήποτε και ειδικά τον λατρεμένο μου φραπέ. Φανταστείτε ένα άτομο που πίνει τέσσερις καφέδες την ημέρα, ξαφνικά με κανέναν. Επειδή δε τα πάω καλά με τα στερητικά σύνδρομα, σκέφτηκα και έκανα το μεγάλο τόλμημα: Ελληνικός!

Ικανοποιεί τη ζήτηση καφεϊνης, δεν ταλαιπωρεί το στομάχι (τουλάχιστον όχι όσο ο νες), έχει το χαβαλέ του μέχρι να γίνει (μη παραβράσει, μη χαλάσει το καϊμάκι κ.λπ.), αναδύει υπέροχες μυρωδιές, αν είσαι τυχερός μπορεί στην παρέα να είναι καμιά (χμμμ) μερακλού να σου πει και το φλιτζάνι και έχει... αναμνήσεις!
Αναμνήσεις με τη γιαγιά.
Το σπίτι μας είναι χτισμένο πάνω από εκείνο της γιαγιάς και επικοινωνούν με μια σιδερένια σκάλα (σαν αυτή που κατεβαίνουν τρέχοντας οι διάφορες Μαρίες στο «Στουρνάρα 288» για να πάρουν τα γράμματά τους από τον ταχυδρόμο) από την μικρή αυλή.
Που με έχανες, που με έβρισκες στο σπίτι της γιαγιάς η Μαρία. Ειδικά όταν με μάλωναν τους απειλούσα ότι «Θα πάρω το μαξιλάρι μου και την ντουλάπα μου(!) και θα πάω να κοιμηθώ στη γιαγιά», πάταγα τα κλάματα, άρπαζα το μαξιλάρι μου (η ντουλάπα όπως είναι κατανοητό έμενε στη θέση της) και βουρ κάτω. Τότε με έπαιρνε αγκαλιά, μου σκούπιζε τα δάκρυα και για να με δελεάσει να σκάσω χαμόγελο με άφηνε να πιω μια γουλιά από τον καφέ της ή να βουτήξω το παξιμάδι της μέσα, για να το φάω.
Τα χειμωνιάτικα απογεύματα καθόταν στην κουνιστή καρέκλα της, δίπλα στη σόμπα, πλέκοντας ή ράβοντας και έπινε και τον ελληνικό της. Καθόμουν κι εγώ στη διπλανή καρέκλα, προσπαθώντας να πλέξω κι εγώ (ποτέ δε τα κατάφερα) αλλά και για να ξεκλέψω μια «γουλίτσα μόνο».
Τις Κυριακές μετά το φαγητό, ερχόντουσαν η αδελφή και κάτι ξαδέλφια της για να παίξουν χαρτιά. Κουμ καν και Θανάσης στη διάταξη η πράσινη τσόχα στρωμένη στην τραπεζαρία και φυσικά καφεδάκι! Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ, ανέβαινε μέχρι επάνω τα καλοκαίρια και τότε κατέβαινα για να ζητιανέψω τη γουλιά μου. Αλλά και για να αποκρυπτογραφήσω επιτέλους τι ήταν αυτά τα «καπέλα», τα «μου κάνει» και τα «αμάν ρε Νότα, το χέρι σου»!
Κάθε φορά μου έλεγε ότι δε κάνει τα μικρά παιδάκια να πίνουν καφέ και όταν μεγαλώσω θα πίνω όσους θέλω και απαντούσα ότι «δε θέλω άλλους καφέδες, θέλω μια γουλιά από το δικό σου που είναι γλυκός σαν εσένα»... Χαλί να την πατήσεις η γιαγιά και η εγγονή έπερνε την τζούρα της.
Η σχέση που είχα με τον ελληνικό καφέ διακόπηκε, στα εννιά μου χρόνια, ξαφνικά όταν εκείνη πέθανε. Από τότε τον συνδύασα με το θάνατό της. Εκείνες τις ημέρες έβλεπα τους καφέδες -«της παρηγοριάς» που έλεγαν- να πηγαινοέρχονται στο σπίτι της, αλλά εκείνη πουθενά.
Έτσι αντιπάθησα τον ελληνικό καφέ, όπως και τον Θεό (που τόσο πίστευε εκείνη) γιατί μου την πήρε και τώρα εγώ που θα πηγαίνω όταν με μαλώνουν, ποια θα με γαργαλάει, ποια θα με νανουρίζει, ποιανής το γάργαρο γέλιο θα ακούω από το κάτω σπίτι; ...
Οι σχέσεις μου με τον καφέ τελικά αποκαταστάθηκαν και κάθε φορά που ετοιμάζω πλέον καφέ είναι σα να την έχω μαζί μου. Η αλήθεια είναι ότι την είχα παραμελήσει μέσα στη δίνη της καθημερινότητάς μου, τα τελευταία χρόνια.
Τον πίνω στα δυο εναπομείναντα κομμάτια του σερβίτσιου της, ένα στο σπίτι και ένα στη δουλειά.


Πάντα μου λείπεις...



Γλυκιά και νοσταλγική η διάθεση, γι' αυτό Judy Garland, Over the rainbow (δεξί κλικ, save as).

10 Σεπ 2006

Μια Κυριακή

Το ακορντεόν από τη μουσική επένδυση του Amelie έπαιζε σιγανά, ο καφές αχνιστός στο κομοδίνο, οι κυριακάτικη εφημερίδες στα πόδια του κρεβατιού και η φωνή του απαλά ψιθύριζε «καλημέρα όμορφή μου».
Η ανάγνωση των εφημερίδων κράτησε περισσότερο από τρεις ώρες λόγω του ότι διακοπτόταν από κάποια ξαφνικά γαργαλητά τα οποία οδηγούσαν σε ασυγκράτητο γέλιο, που με τη σειρά του, μάλλον ενοχλητικό ήταν για τους καημένους γειτόνους που είχαν την ιδέα να πιουν το καφεδάκι τους στο μπαλκόνι.
Η τακτοποίηση του δωματίου έγινε σε λιγότερο από μισή ώρα (τέσσερα χέρια είναι πάντα καλύτερα από δύο).
Μια ωρίτσα αφιερωμένη σε mail και blogs (η συνήθεια που έγινε λατρεία :)).


Μετά από ένα τέταρτο ευφάνταστου διαλόγου του τύπου:
- Πως να κάνουμε το κοτόπουλο;
- Όπως θέλεις.

- Εσένα τι τραβάει η όρεξή σου;
- Δεν έχω πρόβλημα.
- Ούτε εγώ.
- Λέγε.
- Όχι εσύ.

ο καθένας πήρε το δρόμο του. Ο «απροβλημάτιστος» στο pc και η «μαγείρισσα» ετοιμάζοντας λεμονάτο.
Μετά τα «γεια στα χέρια σου», «μπα, εσύ πείναγες πολύ», δεύτερο καφεδάκι και ξάπλα.
Τρεις η ώρα. Η ώρα που αρχίζει τρελό zapping ανάμεσα σε Formula 1 (αχ ρε kimi, α ρε kimi) και στίβο (μόνο ο Γκάτλιν ντοπαριζόταν, ΟΚ; Μην ακούω βλακείες ότι όλοι παίρνουν, έτσι; Χα!).
Βόλτα;

Η Γλυφάδα πάντα στους δικούς της ρυθμούς. Παγωτό χωνάκι στο χέρι και περπάτημα από την εκκλησία μέχρι το κολυμβητήριο σχεδόν (χμμμ ο καιρός γαρ εγγύς για γυμναστική). Οι γνωστοί περιπτεράδες στις θέσεις τους (και με τη συνηθισμένη όρεξη για πάρλα), κάποια μαγαζιά άλλαξαν και στο Cosi -as always- χαμός. Στάση, στην κρεπερί για «ανασύνταξη δυνάμεων» και επιστροφή.
Μπανάκι, μια γρήγορη περατζάδα ξανά σε mail και blogs, Αθλητική Κυριακή και σταφύλι στο κρεβάτι.

Η χαρά κρύβεται(?) στα απλά πράγματα.
Κάτι τέτοιες ημέρες η λέξη «ευτυχία» παίρνει νόημα, σάρκα και οστά.
Κάτι τέτοιες ημέρες τα βάζω με τον εαυτό μου που γκρινιάζει για πράγματα μικρά και ανόητα.
Κάτι τέτοιες ημέρες ευχαριστώ την τύχη μου για τον άνθρωπο που έχω δίπλα μου.
Κάτι τέτοιες ημέρες θυμάμαι αυτά που με έκαναν να σε αγαπήσω. Εκείνη τη βόλτα στο παλιό λιμάνι, δυο ώρες μετά που πρωτοφιληθήκαμε, που σου είπα το «ναι» και έντεκα χρόνια μετά δεν το έχω μετανοιώσει. Να που για μια φορά στη ζωή μου η παρόρμηση της στιγμής δε μου βγήκε σε κακό.

«Καληνύχτα αχινούλη μου»...