24 Δεκ 2011

2011

Θα μπορούσα ανετότατα να επαναλάβω την περσινή ανάρτηση αφού αυτή τη χρονιά ισχύει ακόμα περισσότερο, αλλά δε θα το κάνω.
Αντ' αυτού θα ευχηθώ υγεία, δουλειά και να έχετε όλοι έναν «μυστικό κήπο» που να σας κάνει, αν όχι ευτυχισμένους, έστω χαρούμενους.

12 Δεκ 2011

Inspirations

Έμπνευση που γεννήθηκε




Έμπνευση που μου χαρίστηκε γενναιόδωρα*
Έρχεται
ακριβώς τότε που λες,
"πάει, με ξέχασε".
Πετιέται από το νερό
ξαφνικά,
με την υπολογισμένη ορμή εκπαιδευμένου δελφινιού
και το κορμί της,
ένα τόξο υδάτινο.
Ενα μαχαίρι στα δόντια
στάζει λέξεις
αιμάσουσες και νοήματα
με κομμένη καρωτίδα.
Τρομάζεις.
Νόμιζες ότι η έμπνευση
είναι αύρα εσπερινή.
Με το χέρι που λείπει
αφήνει δυό πεταλίδες
στην ανάσα σου
και χάνεται.

* Σ' ευχαριστώ πολύ γι' αυτό το δώρο σου, ακριβέ μου φίλε :)

25 Νοε 2011

Digging

Από ένα «προβολή ως» στο facebook και το ξάφνιασμα γι' αυτό που είδα, βρέθηκα να σκαλίζω το παρελθόν ετών σε διάφορα blogs. Για κάποια από αυτά δεν ήξερα την ύπαρξή τους διότι όταν εκείνα «άνθιζαν» εγώ ήδη, ουσιαστικά, είχα αφήσει το άθλημα.
Μαλάκα.
Όταν ξεθάβεις, ας είσαι τουλάχιστον προετοιμασμένος για τους σκελετούς που θα βρεις.
Δεν είναι «δικοί σου», αλλά κάποιοι έχουν τη δύναμη να σε ζωντανέψουν ή να σε σκοτώσουν με ευκολία. Κάποιοι με ένα μαγικό τρόπο κάνουν και τα δύο ταυτόχρονα.
Γέλασα. Θύμωσα. Στεναχωρήθηκα. Λυπήθηκα. Θαύμασα.
Χάρηκα. Χάρηκα γιατί αν ήμουν εκεί, τότε, θα είχα -σχεδόν- μισήσει.
Ζήλεψα. Ζήλεψα αισθήματα, σκέψεις, επιθυμίες, εκφράσεις, ίσως λίγο και τη γυναίκα που ήταν η αιτία γι' αυτά.

Πίσω όμως, στο 2011.
Οι σκελετοί ξαναθάφτηκαν και αφήνονται στην ησυχία τους.




8 Οκτ 2011

Ο καφές της γιαγιάς*

Αυτή την εβδομάδα ταλαιπωρήθηκα με τη γνωστή ίωση που σε κάνει να γίνεις αθλητής μικρών αποστάσεων (ώστε να προλάβεις να πας στην τουαλέτα) ή αλλιώς έχεις αγκαλιά μόνιμα έναν κουβά!
Ακόμα και όταν ήρθα στα ίσα μου η διαδρομή προς και από τη δουλειά ήταν αγώνας για την ψυχραιμία μου και, βασικά, για την ψυχραιμία του στομαχιού μου.
Δε μπορούσα να φάω, δε μπορούσα να καπνίσω, δε μπορούσα να πιώ οτιδήποτε και ειδικά τον λατρεμένο μου φραπέ. Φανταστείτε ένα άτομο που πίνει τέσσερις καφέδες την ημέρα, ξαφνικά με κανέναν. Επειδή δε τα πάω καλά με τα στερητικά σύνδρομα, σκέφτηκα και έκανα το μεγάλο τόλμημα: Ελληνικός!
Ικανοποιεί τη ζήτηση καφεϊνης, δεν ταλαιπωρεί το στομάχι (τουλάχιστον όχι όσο ο νες), έχει το χαβαλέ του μέχρι να γίνει (μη παραβράσει, μη χαλάσει το καϊμάκι κ.λπ.), αναδύει υπέροχες μυρωδιές, αν είσαι τυχερός μπορεί στην παρέα να είναι καμιά (χμμμ) μερακλού να σου πει και το φλιτζάνι και έχει... αναμνήσεις!
Αναμνήσεις με τη γιαγιά.
Το σπίτι μας είναι χτισμένο πάνω από εκείνο της γιαγιάς και επικοινωνούν με μια σιδερένια σκάλα (σαν αυτή που κατεβαίνουν τρέχοντας οι διάφορες Μαρίες στο «Στουρνάρα 288» για να πάρουν τα γράμματά τους από τον ταχυδρόμο) από την μικρή αυλή.
Που με έχανες, που με έβρισκες στο σπίτι της γιαγιάς η Μαρία. Ειδικά όταν με μάλωναν τους απειλούσα ότι «Θα πάρω το μαξιλάρι μου και την ντουλάπα μου(!) και θα πάω να κοιμηθώ στη γιαγιά», πάταγα τα κλάματα, άρπαζα το μαξιλάρι μου (η ντουλάπα όπως είναι κατανοητό έμενε στη θέση της) και βουρ κάτω. Τότε με έπαιρνε αγκαλιά, μου σκούπιζε τα δάκρυα και για να με δελεάσει να σκάσω χαμόγελο με άφηνε να πιω μια γουλιά από τον καφέ της ή να βουτήξω το παξιμάδι της μέσα, για να το φάω.
Τα χειμωνιάτικα απογεύματα καθόταν στην κουνιστή καρέκλα της, δίπλα στη σόμπα, πλέκοντας ή ράβοντας και έπινε και τον ελληνικό της. Καθόμουν κι εγώ στη διπλανή καρέκλα, προσπαθώντας να πλέξω κι εγώ (ποτέ δε τα κατάφερα) αλλά και για να ξεκλέψω μια «γουλίτσα μόνο».
Τις Κυριακές μετά το φαγητό, ερχόντουσαν η αδελφή και κάτι ξαδέλφια της για να παίξουν χαρτιά. Κουμ καν και Θανάσης στη διάταξη η πράσινη τσόχα στρωμένη στην τραπεζαρία και φυσικά καφεδάκι! Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ, ανέβαινε μέχρι επάνω τα καλοκαίρια και τότε κατέβαινα για να ζητιανέψω τη γουλιά μου. Αλλά και για να αποκρυπτογραφήσω επιτέλους τι ήταν αυτά τα «καπέλα», τα «μου κάνει» και τα «αμάν ρε Νότα, το χέρι σου»!
Κάθε φορά μου έλεγε ότι δε κάνει τα μικρά παιδάκια να πίνουν καφέ και όταν μεγαλώσω θα πίνω όσους θέλω και απαντούσα ότι «δε θέλω άλλους καφέδες, θέλω μια γουλιά από το δικό σου που είναι γλυκός σαν εσένα»... Χαλί να την πατήσεις η γιαγιά και η εγγονή έπερνε την τζούρα της.
Η σχέση που είχα με τον ελληνικό καφέ διακόπηκε, στα εννιά μου χρόνια, ξαφνικά όταν εκείνη πέθανε. Από τότε τον συνδύασα με το θάνατό της. Εκείνες τις ημέρες έβλεπα τους καφέδες -«της παρηγοριάς» που έλεγαν- να πηγαινοέρχονται στο σπίτι της, αλλά εκείνη πουθενά.
Έτσι αντιπάθησα τον ελληνικό καφέ, όπως και τον Θεό (που τόσο πίστευε εκείνη) γιατί μου την πήρε και τώρα εγώ που θα πηγαίνω όταν με μαλώνουν, ποια θα με γαργαλάει, ποια θα με νανουρίζει, ποιανής το γάργαρο γέλιο θα ακούω από το κάτω σπίτι; ...
Οι σχέσεις μου με τον καφέ τελικά αποκαταστάθηκαν και κάθε φορά που ετοιμάζω πλέον καφέ είναι σα να την έχω μαζί μου. Η αλήθεια είναι ότι την είχα παραμελήσει μέσα στη δίνη της καθημερινότητάς μου, τα τελευταία χρόνια.
Τον πίνω στα δυο εναπομείναντα κομμάτια του σερβίτσιου της, ένα στο σπίτι και ένα στη δουλειά.


Πάντα μου λείπεις...

----------------------
* Αναρτημένο στις 22/10/06, στο σχωρεμένο «Θαλασσομπερδεμένη». Γιατί δεν μπορώ να γράψω πια έτσι; Γιατί δεν μπορώ να γράψω πλέον καθόλου; :(

23 Σεπ 2011

Σκηνές

Σκηνή 1η (κάπου στα Εξάρχεια)
- Κυρία συγνώμη που ενοχλώ μήπως έχετε 50 λεπτά να πάρω κάτι να φάω;
- Δεν έ...
- Γαμώτο, Μαρία, εσύ είσαι;
Και έφυγε σχεδόν τρέχοντας.

Εγώ είμαι ρε Σπύρο γαμώτο, όπως και πριν 10 χρόνια που είχαμε πάλι το ίδιο αντάμωμα, με σχεδόν τον ίδιο διάλογο στη Στουρνάρη.
Τουλάχιστον ζει(;)



Σκηνή 2η (κάπου στα Πετράλωνα)
Μια μητέρα προσπαθούσε να ταχτοποιήσει στο καρότσι τον ανήσυχο μπόμπιρα. Μου λέει συγνώμη γιατί ήταν μπροστά στα σκαλιά του σπιτιού και δεν μπορούσα να ανέβω. Της λέω δεν πειράζει και με την ησυχία της. Μετά από λίγο αφύ της έβγαλε την ψυχή για να τον δέσει, φεύγοντας, γυρνά ο μικρούλης και μου γνέφει (σαν άλλος Ανδρέας) και μου σκάει ένα υπέροχο χαμόγελο.
Και τότε δάκρυσα. Θυμήθηκα το πνευματάκι, που δεν είναι πια κοντά μας και εκείνο το ποστ του, που τον χαιρέτησε στο λεωφορείο ένας άλλος μπόμπιρας.
Μου λείπεις φιλαράκι κι ας μην είχαμε καταφέρει να βρεθούμε ποτέ.


18 Σεπ 2011

10 Ιουν 2011

Σαν σήμερα

O, beware, my lord, of jealousy;
It is the green-eyed monster which doth mock
The meat it feeds on; that cuckold lives in bliss
Who, certain of his fate, loves not his wronger;
But, O, what damned minutes tells he o'er
Who dotes, yet doubts, suspects, yet strongly loves!

Αυτές ήταν οι πρώτες γραμμές που έγραψα ως blogger, την 10η Ιουνίου του σωτήριου έτους 2005, στο σχωρεμένο blog ονόματι «Θαλασσομπερδεμένη» ή Μπερδοθαλασσεμένη (και μάλλον πιο σωστό) όπως με είχε στα link του ο suigenerisav (και πολύ μου άρεσε έτσι, και δε στο είπα ποτέ... Που είσαι κι εσύ βρε ψυχή άραγε; Δώσε ένα στίγμα...).
Αφορμή η ανάγκη να δώσω, έστω και έμμεσα, μια απάντηση πάνω σε μια μπερδεμένη (helloooo τι άλλο θα ήταν) κατάσταση (και ευτυχώς «αναίμακτη») εκείνης της εποχής. Οι αιτίες βέβαια πολύ διαφορετικές και δυστυχώς πολλές από αυτές ακόμα υπάρχουν.
Πέντε χρόνια που έγιναν τα πάντα αλλά και το τίποτα... όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν, που λέει το λαϊκό άσμα.
Και τι δεν έγινε αυτά τα πέντε χρόνια. Από καμιά 200αριά που ήμασταν τότε, έχουμε φτάσει... άγνωστο -σ' εμένα- πια. Τι ίντριγκες, τις ξεκατινιάσματα, τι monitor, κόλαση λέμε. Και όλα αυτά την πρώτη χρονιά μου. Την πιο «παραγωγική».
Όχι ότι έγραφα και τίποτα το εξαιρετικό, αλλά τότε υπήρχε η έξαψη της εξερεύνησης του «αγνώστου» (Star Trek my love...), ο χρόνος, η ανάγκη εξωτερίκευσης συναισθημάτων, και τα πολύ λιγότερα προβλήματα, παρόλο που τότε μου φαίνονταν βουνό.
Ποτέ δεν έγραψα πολιτικές αναλύσεις, ποτέ δεν έκανα «λογοτεχνία», γενικά δεν ήμουν «τίποτα το σπέσιαλ, το καταπληκτικό» που λέει ένα άλλο λαϊκό άσμα, αλλά ήρθαν άνθρωποι στο καραβάκι μου. Άλλοι έμειναν, άλλοι έφυγαν, όπως κι εγώ έκανα το ίδιο. Άλλα blog έκλεισαν, άλλα άνοιξαν ξανά, αλλά υπό νέα ονομασία (like this one).
Το καταπληκτικό είναι ότι με εκείνους, τους πρώτους, τους πιονέρους (Renata, Νατασσάκι, Νίνα, Ελληνίδα, Καμηλιέρη, Μαίρη -τότε ακόμα χωρίς blog- Λύκε γαμώτο που είσαι κι εσύ;) είμαστε ακόμα «εδώ» με κάποιο τρόπο. Όχι με την ίδια συχνότητα, μπορεί να μην γράφουμε καν ή να μην σχολιάζουμε, αλλά υπάρχει η αύρα μας (love is in the air λέμε)!
Μου λείπει, το έχω ανάγκη, αλλά δεν μου βγαίνει. Είναι τόσα πολλά πια μέσα στο μυαλό μου (το πιο;) που έχει «μπουκώσει» και δεν... Ίσως γιατί υπάρχει πολύ μαυρίλα, πολύ γκρίνια και επειδή υπάρχουν τεράστιες δώσεις από δαύτα γύρω μας να μην... Δεν ξέρω.


10 Ιουνίου 2009
«Και πού ήξερες ότι έχω εκπομπή αφού δεν ακούς, όπως λες, τον σταθμό πια;»
«Τόσα χρόνια που άκουγα, ξέρω ότι κάθε Αύγουστο κάνεις εκπομπή Αντώνη.»
Αυτή ήταν η μόνη επικοινωνία μαζί του πριν δύο χρόνια, ένα αυγουστιάτικο πρωινό. Εκείνος στο μικρόφωνο, εγώ από sms.
Από τις πιο όμορφες φωνές που έχω ακούσει στο ραδιόφωνο. Μάθαινα τη μουσική από τις επιλογές του. Μαζί με τον Χρίστο Χαραλαμπόπουλο έγιναν το αγαπημένο μου δίδυμο, η μόνη αιτία και αφορμή να γυρίζω Sport FM.

Από τότε, τα μπλογκογεννέθλια έχουν μια θλίψη. Έφυγε εντελώς ξαφνικά ο Αντώνης Μπόκτορ, ηχολήπτης και όχι μόνο του sport fm. Ακόμα δεν έχω ξεπεράσει το σοκ εκείνης της βραδιάς. Ένας άνθρωπος που δεν είχα γνωρίσει ποτέ, αλλά με είχε αγγίξει πολύ.



Όπως πάντα... αλλιώς τα είχα στο κεφάλι μου, αλλιώς βγήκαν στο πληκτρολόγιο -ούτε τα μισά απ' όσα ήθελα να σας πω. Ίσως κάποια άλλη φορά. Δεν υπόσχομαι τίποτα!
Ευχαριστώ σας όμως όλους και σας αγαπώ (ως άλλη Μαρία Αλιφέρη :p).


Υ.Γ.: Τώρα που το ξαναβλέπω... αν βρω την όρεξη θα επαναφέρω το template της «Θαλασσομπερδεμένης» ήταν πιο όμορφο.

27 Απρ 2011

Ψιτ

Εσύ εκεί πάνω (με την προϋπόθεση ότι υπάρχεις) είσαι πολύ, μα πολύ, μα πάρα πολύ **********

Αυτά!
Φυσικά και υπάρχουν και άλλα, πάρα πολλά, αλλά αυτό το πράγμα που έχω στο μέρος που υποτίθεται ότι υπάρχει το μυαλό, συνεχίζει την απεργία διαρκείας που έχει κηρύξει πάνω από χρόνο πλέον.
Κάποια στιγμή ελπίζω...

2 Μαρ 2011

Βρέχει

Βρέχει.
Στη μηχανή σου οι σταγόνες.
Στην ψυχή σου η βροχή.

Βρέχει.
Βλέπω από το παράθυρο.
Βλέπω σαν κλέφτης τα ψήγματα που έχεις αφήσει.
Τα μαζεύω σαν σπάνια κοχύλια και τα κρύβω μέσα μου.


Βρέχει.
Φυσάει.
Η μικροσφαίρα μου παρασέρνεται στις χειμωνιάτικες παραλίες.
Την αφήνεις να διαλύεται στην κρύα θάλασσα.

Βρέχει.
Να σε προσέχεις.
Εγώ δεν μπορώ.

Βρέχει.
Δεν με αφήνεις...