8 Οκτ 2011

Ο καφές της γιαγιάς*

Αυτή την εβδομάδα ταλαιπωρήθηκα με τη γνωστή ίωση που σε κάνει να γίνεις αθλητής μικρών αποστάσεων (ώστε να προλάβεις να πας στην τουαλέτα) ή αλλιώς έχεις αγκαλιά μόνιμα έναν κουβά!
Ακόμα και όταν ήρθα στα ίσα μου η διαδρομή προς και από τη δουλειά ήταν αγώνας για την ψυχραιμία μου και, βασικά, για την ψυχραιμία του στομαχιού μου.
Δε μπορούσα να φάω, δε μπορούσα να καπνίσω, δε μπορούσα να πιώ οτιδήποτε και ειδικά τον λατρεμένο μου φραπέ. Φανταστείτε ένα άτομο που πίνει τέσσερις καφέδες την ημέρα, ξαφνικά με κανέναν. Επειδή δε τα πάω καλά με τα στερητικά σύνδρομα, σκέφτηκα και έκανα το μεγάλο τόλμημα: Ελληνικός!
Ικανοποιεί τη ζήτηση καφεϊνης, δεν ταλαιπωρεί το στομάχι (τουλάχιστον όχι όσο ο νες), έχει το χαβαλέ του μέχρι να γίνει (μη παραβράσει, μη χαλάσει το καϊμάκι κ.λπ.), αναδύει υπέροχες μυρωδιές, αν είσαι τυχερός μπορεί στην παρέα να είναι καμιά (χμμμ) μερακλού να σου πει και το φλιτζάνι και έχει... αναμνήσεις!
Αναμνήσεις με τη γιαγιά.
Το σπίτι μας είναι χτισμένο πάνω από εκείνο της γιαγιάς και επικοινωνούν με μια σιδερένια σκάλα (σαν αυτή που κατεβαίνουν τρέχοντας οι διάφορες Μαρίες στο «Στουρνάρα 288» για να πάρουν τα γράμματά τους από τον ταχυδρόμο) από την μικρή αυλή.
Που με έχανες, που με έβρισκες στο σπίτι της γιαγιάς η Μαρία. Ειδικά όταν με μάλωναν τους απειλούσα ότι «Θα πάρω το μαξιλάρι μου και την ντουλάπα μου(!) και θα πάω να κοιμηθώ στη γιαγιά», πάταγα τα κλάματα, άρπαζα το μαξιλάρι μου (η ντουλάπα όπως είναι κατανοητό έμενε στη θέση της) και βουρ κάτω. Τότε με έπαιρνε αγκαλιά, μου σκούπιζε τα δάκρυα και για να με δελεάσει να σκάσω χαμόγελο με άφηνε να πιω μια γουλιά από τον καφέ της ή να βουτήξω το παξιμάδι της μέσα, για να το φάω.
Τα χειμωνιάτικα απογεύματα καθόταν στην κουνιστή καρέκλα της, δίπλα στη σόμπα, πλέκοντας ή ράβοντας και έπινε και τον ελληνικό της. Καθόμουν κι εγώ στη διπλανή καρέκλα, προσπαθώντας να πλέξω κι εγώ (ποτέ δε τα κατάφερα) αλλά και για να ξεκλέψω μια «γουλίτσα μόνο».
Τις Κυριακές μετά το φαγητό, ερχόντουσαν η αδελφή και κάτι ξαδέλφια της για να παίξουν χαρτιά. Κουμ καν και Θανάσης στη διάταξη η πράσινη τσόχα στρωμένη στην τραπεζαρία και φυσικά καφεδάκι! Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ, ανέβαινε μέχρι επάνω τα καλοκαίρια και τότε κατέβαινα για να ζητιανέψω τη γουλιά μου. Αλλά και για να αποκρυπτογραφήσω επιτέλους τι ήταν αυτά τα «καπέλα», τα «μου κάνει» και τα «αμάν ρε Νότα, το χέρι σου»!
Κάθε φορά μου έλεγε ότι δε κάνει τα μικρά παιδάκια να πίνουν καφέ και όταν μεγαλώσω θα πίνω όσους θέλω και απαντούσα ότι «δε θέλω άλλους καφέδες, θέλω μια γουλιά από το δικό σου που είναι γλυκός σαν εσένα»... Χαλί να την πατήσεις η γιαγιά και η εγγονή έπερνε την τζούρα της.
Η σχέση που είχα με τον ελληνικό καφέ διακόπηκε, στα εννιά μου χρόνια, ξαφνικά όταν εκείνη πέθανε. Από τότε τον συνδύασα με το θάνατό της. Εκείνες τις ημέρες έβλεπα τους καφέδες -«της παρηγοριάς» που έλεγαν- να πηγαινοέρχονται στο σπίτι της, αλλά εκείνη πουθενά.
Έτσι αντιπάθησα τον ελληνικό καφέ, όπως και τον Θεό (που τόσο πίστευε εκείνη) γιατί μου την πήρε και τώρα εγώ που θα πηγαίνω όταν με μαλώνουν, ποια θα με γαργαλάει, ποια θα με νανουρίζει, ποιανής το γάργαρο γέλιο θα ακούω από το κάτω σπίτι; ...
Οι σχέσεις μου με τον καφέ τελικά αποκαταστάθηκαν και κάθε φορά που ετοιμάζω πλέον καφέ είναι σα να την έχω μαζί μου. Η αλήθεια είναι ότι την είχα παραμελήσει μέσα στη δίνη της καθημερινότητάς μου, τα τελευταία χρόνια.
Τον πίνω στα δυο εναπομείναντα κομμάτια του σερβίτσιου της, ένα στο σπίτι και ένα στη δουλειά.


Πάντα μου λείπεις...

----------------------
* Αναρτημένο στις 22/10/06, στο σχωρεμένο «Θαλασσομπερδεμένη». Γιατί δεν μπορώ να γράψω πια έτσι; Γιατί δεν μπορώ να γράψω πλέον καθόλου; :(